Ομιλία Προέδρου ΚΕΕ & ΕΒΕΑ, Κωνσταντίνου Μίχαλου, στην εκδήλωση της AIESEC με θέμα: «Κρίση – Δημόσιο Χρέος – Ανάπτυξη. Εφαρμόσιμες Πολίτικες για το μέλλον της Ελλάδας»

«Όπως όλα δείχνουν, τα χειρότερα είναι πια πίσω μας. Το ερώτημα όμως είναι πότε και αν θα μπορέσουμε να φθάσουμε στα καλύτερα.
Ας μην γελιόμαστε: για μια οικονομία που έχει συρρικνωθεί κατά 25% και πλέον τα τελευταία χρόνια, δεν αρκεί απλώς να βγει από το φάσμα της ύφεσης. Χρειάζεται γρήγορους και ταυτόχρονα διατηρήσιμους ρυθμούς ανάπτυξης. Χρειάζεται να παράγει περισσότερο εθνικό πλούτο. Αρκετό για να μπορέσει η χώρα να εξυπηρετεί το δημόσιο χρέος της. Αρκετό για να μπορέσει να αποκατασταθεί το βιοτικό επίπεδο των πολιτών και να εξαλειφθούν, σταδιακά έστω, οι κοινωνικές συνέπειες της κρίσης.
Αυτού του είδους η ανάπτυξη δεν μπορεί να επιτευχθεί, εάν δεν αλλάξει ριζικά το παραγωγικό μοντέλο της χώρας. Κι αν έχει μείνει κανείς ακόμα που πιστεύει ότι μπορούμε να επιστρέψουμε στην – εντός εισαγωγικών – κανονικότητα των δεκαετιών πριν την κρίση, είναι καιρός να ξυπνήσει.
Για να μπορέσουμε να προχωρήσουμε, χρειάζεται να παράγουμε περισσότερα, ανταγωνιστικότερα, υψηλότερης προστιθέμενης αξίας προϊόντα και υπηρεσίες.
Χρειαζόμαστε περισσότερα ιδιωτικά κεφάλαια και σοβαρές επενδύσεις. Επενδύσεις σε φυσικό και ανθρώπινο κεφάλαιο.
Επενδύσεις για να αυξηθεί η καινοτομία, η ποιότητα και η διαφοροποίηση της ελληνικής παραγωγής. Επενδύσεις για να δημιουργηθούν βιώσιμες θέσεις εργασίας, ευκαιρίες και προοπτικές για τους νέους ειδικά ανθρώπους.
Χρειαζόμαστε περισσότερες εξωστρεφείς και ανταγωνιστικές επιχειρήσεις. Και θα προσθέσω εδώ: περισσότερες και ισχυρότερες Μικρομεσαίες Επιχειρήσεις. Όταν στην Ελλάδα οι Μικρομεσαίες Επιχειρήσεις αποτελούν το 99,9% του συνόλου των επιχειρήσεων και παρέχουν το 85% της συνολικής απασχόλησης – ενώ ο αντίστοιχος ευρωπαϊκός μέσος όρος κινείται στο 66% - είναι προφανές το γιατί η Μικρομεσαία Επιχειρηματικότητα πρέπει να βρίσκεται στο επίκεντρο κάθε αναπτυξιακής πολιτικής.
Το τι χρειαζόμαστε, λοιπόν, είναι γνωστό. Μάλιστα, είδαμε φέτος στη ΔΕΘ και μια πρωτοφανή – για τα ελληνικά δεδομένα – σύγκλιση απόψεων κυβέρνησης και αξιωματικής αντιπολίτευσης, ως προς την ανάγκη προσέλκυσης επενδύσεων.
Το πώς θα πετύχουμε, όμως, αυτό το στόχο παραμένει ζητούμενο.
Παρά τα θετικά βήματα που έγιναν τα προηγούμενα χρόνια, η ελληνική οικονομία εξακολουθεί να πάσχει σε πολλά σημεία.
Μπορεί η δημοσιονομική προσαρμογή να επιτεύχθηκε – το πώς και με ποιο τίμημα, είναι άλλη ιστορία.
Δεν έχουμε όμως ακόμη καταφέρει να αντιμετωπίσουμε βασικά δομικά προβλήματα. Προβλήματα που αποτέλεσαν, ουσιαστικά, τη ρίζα της κρίσης. Και που συνεχίζουν μέχρι τώρα να εμποδίζουν την πραγματική ανάκαμψη και ανάπτυξη της οικονομίας.
- Χαμηλή ανταγωνιστικότητα.
- Αναποτελεσματικός και δαπανηρός δημόσιος τομέας.
- Υψηλή φορολογία και ασταθές φορολογικό περιβάλλον.
- Χαώδες ρυθμιστικό περιβάλλον, που τρέφει τη γραφειοκρατία και τη διαφθορά.
- Αδυναμία παραγωγής καινοτομίας.
- Περιορισμοί που εμποδίζουν την άσκηση της επιχειρηματικής δραστηριότητας.
Όλες αυτές οι αδυναμίες, υποτίθεται ότι έπρεπε να αντιμετωπιστούν μέσω των διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων που δεσμεύθηκε η χώρα να υλοποιήσει, έναντι της χρηματοδοτικής υποστήριξης των εταίρων της.
Σήμερα, επτάμισι χρόνια μετά την υπογραφή του πρώτου μνημονίου, η Ελλάδα εξακολουθεί να βρίσκεται στην ουρά των διεθνών κατατάξεων για την ανταγωνιστικότητα της οικονομίας της. Και μάλιστα χάνοντας θέσεις την τελευταία διετία, αντί να κερδίζει.
Κάτι έχει γίνει λάθος, λοιπόν. Και η ευθύνη γι’ αυτό ανήκει τόσο στις ελληνικές κυβερνήσεις όσο και στους δανειστές.
Από την αρχή της κρίσης, αντί να δοθεί έμφαση στις μεταρρυθμίσεις, η χώρα μπήκε σε μια μέγγενη υπερφορολόγησης και λιτότητας, με μόνο κριτήριο την επίτευξη των δημοσιονομικών στόχων.
Όλες οι κυβερνήσεις των τελευταίων ετών, σε μικρότερο ή μεγαλύτερο βαθμό, φοβήθηκαν τις δύσκολες μεταρρυθμίσεις. Κάποιες ξεκίνησαν και στην πορεία σταμάτησαν, κάποιες εφαρμόστηκαν μισές και κάποιες ακόμη σέρνονται, από αξιολόγηση σε αξιολόγηση.
Το αποτέλεσμα είναι:
- Να έχει σήμερα η Ελλάδα έναν από τους υψηλότερους εταιρικούς φορολογικούς συντελεστές μεταξύ των χωρών - μελών του ΟΟΣΑ.
- Να έχουμε μέσα σε 4 χρόνια πάνω από 80 νόμους, με αλλαγές στο φορολογικό καθεστώς.
- Να στοιχίζουν οι ετήσιες καθαρές αποδοχές 25.000 χιλιάδων για έναν εργαζόμενο, 43.000 στον εργοδότη.
- Να χρειάζονται μέχρι και 22 δικαιολογητικά για μια μεταβίβαση ακινήτου.
- Να σταματούν επενδύσεις γιατί δεν υπάρχει ακόμη ολοκληρωμένος και σαφής χωροταξικός σχεδιασμός με κωδικοποίηση των επιτρεπόμενων χρήσεων γης.
- Να υστερούμε σε καινοτομία γιατί τα πανεπιστήμια της χώρας παραμένουν δέσμια του κρατικού και κομματικού εναγκαλισμού.
Και πολλά άλλα θέματα, που σίγουρα τα γνωρίζετε.
Πραγματική έξοδος από την κρίση δεν μπορεί να υπάρξει, αν δεν βελτιωθεί πραγματικά η ανταγωνιστικότητα της ελληνικής οικονομίας και το περιβάλλον άσκησης της επιχειρηματικής δραστηριότητας.
Καλές είναι οι προθέσεις και οι εξαγγελίες και οι διαβεβαιώσεις που ακούμε από την πολιτική ηγεσία του τόπου.
Πέρα από τα λόγια όμως, χρειάζονται και πράξεις. Οι προτεραιότητες είναι ξεκάθαρες:
- Βελτίωση του φορολογικού περιβάλλοντος: με δραστική απλοποίηση της φορολογικής νομοθεσίας, με καθιέρωση flat tax για τις επιχειρήσεις στο 20%, με θέσπιση ενιαίας φορολογικής κλίμακας. Με μείωση των ασφαλιστικών εισφορών, από το 20% στο 10%.
- Ολοκλήρωση των διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων: με επιτάχυνση των αποκρατικοποιήσεων, προσαρμογή της εργατικής νομοθεσίας στα ευρωπαϊκά δεδομένα, επιτάχυνση της διαδικασίας απονομής της δικαιοσύνης, αναμόρφωση του Πτωχευτικού Κώδικα, ολοκλήρωση του εθνικού και χωροταξικού σχεδιασμού και κωδικοποίηση των χρήσεων γης.
- Αξιοποίηση των ΣΔΙΤ για την ταχεία υλοποίηση μεγάλων επενδύσεων σε τομείς – κλειδί για την ανάπτυξη, όπως οι μεταφορές και το διαμετακομιστικό εμπόριο, η ενέργεια, ο τουρισμός κ.α.
- Ριζική αναμόρφωση της Δημόσιας Διοίκησης: με εισαγωγή συστήματος αξιολόγησης παντού, με θέσπιση ποιοτικών και ποσοτικών στόχων, με ενίσχυση των μέσων ηλεκτρονικής διακυβέρνησης, με αξιοποίηση θεσμών όπως η αυτοπληροφόρηση του Δημοσίου κ.ά.
- Αντιμετώπιση της πολυνομίας και της κακονομίας: με ουσιαστικό νομοθετικό προγραμματισμό, με ανώτατα ετήσια όρια παραγωγής νομοθεσίας ανά Υπουργείο, με σαφή κωδικοποίηση, με εξορθολογισμό και έλεγχο των υπουργικών και βουλευτικών προσθηκών και τροπολογιών.
- Ενίσχυση της Μικρομεσαίας Επιχειρηματικότητας: με κίνητρα και ευέλικτα χρηματοδοτικά εργαλεία, για να επενδύσει στην καινοτομία και στην εξωστρέφεια. Με ειδικά προγράμματα για τις νεοφυείς επιχειρήσεις.
- Νέα εθνική πολιτική για τη μεταποίηση: με ανάδειξη και ενίσχυση δυναμικών κλάδων, με πολιτικές για τη μείωση του ενεργειακού κόστους, με νέα στρατηγική για τη χρηματοδότηση επενδύσεων.
- Αναμόρφωση της Τριτοβάθμιας Εκπαίδευσης. Σύνδεση των Πανεπιστημίων με τον κόσμο της παραγωγής. Συνεργασίες με τον ιδιωτικό τομέα για τη χρηματοδότηση της έρευνας και την αξιοποίηση της γνώσης για την ανάπτυξη της καινοτομίας.
Για όλα τα παραπάνω ζητούμενα, τα Επιμελητήρια έχουν καταθέσει συγκεκριμένες και εφαρμόσιμες προτάσεις. Είμαστε πρόθυμοι και να τις επαναλάβουμε και να τις συζητήσουμε και να στηρίξουμε την εφαρμογή τους.
Η προσπάθεια που έγινε, με κόπους και θυσίες από όλους τους Έλληνες, τα προηγούμενα χρόνια, κρίνεται τώρα.
Τώρα κρίνεται το αν θα καταφέρουμε κάνουμε το απαραίτητο άλμα μπροστά - το άλμα που θα μας επιτρέψει να επουλώσουμε τις πληγές της κρίσης -
Ή αν θα συμβιβαστούμε με μια οικονομία που φυτοζωεί, λίγο πάνω από το όριο της ύφεσης.
Τώρα κρίνεται το αν θα δώσουμε στους νέους, στους ικανούς και ταλαντούχους ανθρώπους αυτής της χώρας, κίνητρα και λόγους για να μείνουν ή για να επιστρέψουν εδώ. Για να μπορέσουν να δημιουργήσουν, να προκόψουν και να προκόψει μαζί τους και η Ελλάδα.
Όλοι εσείς, που δίνετε καθημερινά τις δικές σας μάχες στην αγορά, στα πανεπιστήμια, στην κοινωνία, γνωρίζετε καλά ότι έχουμε τις δυνατότητες να κερδίσουμε αυτό το στοίχημα.
Σας καλώ, λοιπόν, να δυναμώσετε το μήνυμα της Επιμελητηριακής Κοινότητας και του επιχειρηματικού κόσμου. Να διεκδικήσουμε μαζί τις προϋποθέσεις για ένα καλύτερο αύριο. Για τις επιχειρήσεις, για την ελληνική οικονομία, για την πατρίδα μας».