ΟΜΙΛΙΑ ΠΡΟΕΔΡΟΥ ΚΕΕ & ΕΒΕΑ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ ΜΙΧΑΛΟΥ ΣΤΗ ΣΗΜΕΡΙΝΗ ΔΙΑΚΙΚΤΥΑΚΗ ΓΕΝΙΚΗ ΣΥΝΕΛΕΥΣΗ ΤΗΣ ΚΕΕ ΜΕ ΤΗ ΣΥΜΜΕΤΟΧΗ ΤΟΥ ΥΠΟΥΡΓΟΥ ΑΝΑΠΤΥΞΗΣ & ΕΠΕΝΔΥΣΕΩΝ κ. ΆΔΩΝΙ ΓΕΩΡΓΙΑΔΗ

«Είναι αλήθεια ότι η χρονιά αυτή δοκίμασε και δοκιμάζει τις αντοχές μας. Δοκιμάζει τα συστήματα υγείας, τις οικονομίες, τις επιχειρήσεις, αλλά και τον καθένα μας ξεχωριστά σαν άνθρωπο. Ειδικά για την αγορά, θα έλεγα ότι η πανδημία έκοψε ό,τι φτερά είχαμε αρχίσει να ανοίγουμε – με πολύ κόπο και αγώνα – μετά από μια δεκαετία ύφεσης.

Η παγκόσμια υγειονομική κρίση ανέκοψε και αντέστρεψε την πορεία ανάπτυξης, που είχε ξεκινήσει δειλά η ελληνική οικονομία. Σύμφωνα με τις εκτιμήσεις της κυβέρνησης το ΑΕΠ της χώρας θα συρρικνωθεί φέτος κατά 10,5% ενώ οι πραγματικές επενδύσεις θα μειωθούν κατά 14,3%. Επίσης, θα πρέπει ξανά να αντιμετωπίσουμε μια σημαντική δημοσιονομική εκτροπή: η κυβέρνηση προβλέπει πρωτογενές έλλειμμα 7,2% του ΑΕΠ το 2020 και 3,9% το 2021. Το δημόσιο χρέος θα αγγίξει το 209% του ΑΕΠ και θα είναι το υψηλότερο στην ευρωζώνη.

Βεβαίως, δεν είναι όλα μαύρα. Σιγά – σιγά έχει αρχίσει να φαίνεται πια ένα φως στο τούνελ. Αυτό που περιμέναμε να δώσει τη λύση, ήταν η ανακάλυψη ενός ασφαλούς και αποτελεσματικού εμβολίου. Τα νέα σε αυτό το μέτωπο είναι καλά. Οι αγορές αισιοδοξούν. Τα επιτόκια είναι χαμηλά. Και μπορούμε πλέον να ελπίζουμε ότι μετά το δεύτερο εξάμηνο του 2021 θα μπορούμε να μιλάμε πια για το τέλος της πανδημίας. Θα μπορούμε, στην Ελλάδα και σε όλο τον κόσμο, να μιλάμε για ανάκαμψη.

Η ανάκαμψη αυτή, όμως, δεν θα έρθει αυτόματα ούτε εύκολα. Οι πληγές που άνοιξε η κρίση σε μια αγορά και σε μια οικονομία ήδη ευάλωτη, είναι βαθιές. Πέρα από την ύφεση και τα ελλείμματα, έχουμε πάλι θέματα ρευστότητας και υπερχρέωσης των επιχειρήσεων.

Έχουμε, επίσης, σοβαρά προβλήματα σε σημαντικούς κλάδους, όπως η εστίαση και η φιλοξενία, ο τουρισμός, οι μεταφορές, τα διαρκή αγαθά, τα εμπορικά ακίνητα κ.ά. Η κατάσταση είναι ακόμη χειρότερη για τις μικρές και πολύ μικρές επιχειρήσεις, οι οποίες αποτελούν πάνω από το 95% του συνόλου των επιχειρήσεων στην Ελλάδα.

Από την πλευρά της κυβέρνησης έχουν ληφθεί μέτρα για τη στήριξη του ιδιωτικού τομέα, ωστόσο αυτά αρκούν μόνο για να περιορίσουν το μέγεθος της καταστροφής που απειλεί τη μικρομεσαία επιχειρηματικότητα. Πώς περιμένουμε να επιβιώσουν οι μικρές επιχειρήσεις – ειδικά στην εστίαση, στο εμπόριο, στον τουρισμό – όταν ο τζίρος τους έχει σχεδόν εκμηδενιστεί; Πώς περιμένουμε να επιβιώσουν χωρίς πρόσβαση σε τραπεζικό δανεισμό και κεφάλαια κίνησης;

 

Σήμερα, στο τραπεζικό σύστημα της χώρας έχουν πραγματική πρόσβαση 15.000 – 25.000 περίπου μεγάλες επιχειρήσεις. Στο κρατικό σύστημα στήριξης, μέσω επιχειρήσεων και δανείων. έχουν πρόσβαση περίπου 100.000 επιχειρήσεις. Οι αριθμοί αυτοί αντιστοιχούν συνολικά στο 10% των ενεργών ΑΦΜ.

Οι υπόλοιπες επιχειρήσεις, μικρές και πολύ μικρές στη συντριπτική τους πλειονότητα, έχουν μείνει μόνες. Να δίνουν τη μάχη, χωρίς χρηματοπιστωτικά εργαλεία. Μέτρα όπως η μείωση του ενοικίου, η επιστρεπτέα προκαταβολή, η αναστολή συμβάσεων εργασίας και η μετάθεση των φορολογικών και ασφαλιστικών υποχρεώσεων παρέχουν μια μικρή ανακούφιση.

Όμως, ξέρετε καλύτερα από εμένα, ότι μια επιχείρηση που δεν λειτουργεί καταγράφει και συσσωρεύει ζημιές κάθε μέρα που περνάει. Και η αναβολή των υποχρεώσεων δεν ισοδυναμεί βεβαίως με διαγραφή. Μεταφέρει, απλώς, το πρόβλημα στο μέλλον. Έτσι όπως έχει η κατάσταση, όμως, μπορεί να περάσουν και τρία χρόνια ίσως, μέχρι να επιστρέψει η οικονομία στα επίπεδα προ της πανδημίας. Μπορούμε να επιταχύνουμε αυτή την πορεία; Μπορούμε να διασφαλίσουμε ότι οι επιχειρήσεις της χώρας θα παραμείνουν ζωντανές, για να παλέψουν στην επόμενη μέρα; Η απάντηση είναι ναι. Εφόσον διασφαλιστούν οι κατάλληλες προϋποθέσεις.

Εμείς, ως Επιμελητηριακή Κοινότητα, έχουμε θέσει συγκεκριμένα θέματα. Κι έχουμε διατυπώσει συγκεκριμένα αιτήματα και προτάσεις προς την Πολιτεία. Το πρώτο που πρέπει να γίνει και άμεσα, είναι να στηριχθεί αποτελεσματικότερα η μικρομεσαία επιχείρηση. Με διάθεση περισσότερων πόρων. Με περισσότερο στοχευμένες δράσεις.

  • Το πρόγραμμα που υλοποιείται σήμερα με πόρους του ΕΣΠΑ για την ενίσχυση των πολύ μικρών και μικρών επιχειρήσεων με κεφάλαια κίνησης χωρίς επιστροφή, έχει προϋπολογισμό 250 εκατ. ευρώ. Οι πόροι αυτοί δεν επαρκούν για να καλύψουν τις ανάγκες.

Θα πρέπει η Πολιτεία να αναζητήσει πρόσθετα κονδύλια. Να διαθέσει μέσω του προγράμματος πόρους  άνω των 2 δισ. ευρώ, ώστε αποτελέσουν «γραμμή ζωής» για τις μικρές επιχειρήσεις.

  • Έχουμε, επίσης, ζητήσει να διερευνηθεί η δυνατότητα για «κούρεμα» ενός μέρους των χρεών των επιχειρήσεων προς το Δημόσιο και τις τράπεζες, αντί της παράτασης των υποχρεώσεών τους στο μέλλον, όπως ισχύει σήμερα.
  • Ζητάμε, για άλλη μια φορά, να αναλάβουν και οι τράπεζες το ρόλο που τους αναλογεί στη διαχείριση της κρίσης. Γιατί βλέπουμε, δυστυχώς, να δημιουργούνται διαρκώς προσκόμματα και εμπόδια στις επιχειρήσεις, ακόμα και για συμμετοχή σε προγράμματα που χρηματοδοτεί το δημόσιο και η Ε.Ε.
  • Ζητάμε, τέλος, να βρεθούν οι βέλτιστες λύσεις και να δοθούν συγκεκριμένα χρονοδιαγράμματα για τη σταδιακή επαναλειτουργία του λιανεμπορίου, με αυστηρά υγειονομικά πρωτόκολλα.

Η ανθρώπινη ζωή ήταν και είναι πάνω από όλα. Μπορούμε, όμως, να την προστατέψουμε με τα κατάλληλα μέτρα ασφαλείας και πάνω από όλα με το αίσθημα ευθύνης, που διακρίνει τη συντριπτική πλειονότητα των ελληνικών επιχειρήσεων. Ας καθίσουμε λοιπόν κάτω – Πολιτεία, επιχειρήσεις, επιστημονική κοινότητα – για να βρούμε το πώς αυτό μπορεί να γίνει. Ώστε να μην οδηγηθεί η αγορά στον αφανισμό. Πέρα, όμως, από τις άμεσες κινήσεις, είναι εξίσου επιτακτική η ανάγκη να διαμορφώσουμε προϋποθέσεις ανάπτυξης για την επόμενη μέρα. Η κρίση αυτή είναι η ευκαιρία να περάσουμε σε ένα νέο μοντέλο ανάπτυξης, το οποίο θα αξιοποιεί καλύτερα τα συγκριτικά πλεονεκτήματα της χώρας. Θα είναι πιο εξωστρεφές και πιο ανθεκτικό απέναντι στις διεθνείς οικονομικές αναταράξεις.

Ο τουρισμός θα ανακάμψει και θα συνεχίσει να είναι τομέας αιχμής. Πρέπει, όμως, ταυτόχρονα, να εστιάσουμε στρατηγικά στην ανάδειξη δυναμικών και εξωστρεφών παραγωγικών κλάδων: όπως η μεταποίηση, η πράσινη ενέργεια, οι μεταφορές και η εφοδιαστική αλυσίδα, η φαρμακοβιομηχανία, κ.ά. Πρέπει να στηρίξουμε, με κατάλληλα κίνητρα και χρηματοδοτικά εργαλεία, την επιχειρηματική μεγέθυνση, μέσα από συμπράξεις και συγχωνεύσεις. Για να μπορέσουν οι μικρές επιχειρήσεις της χώρας να δημιουργήσουν την κρίσιμη μάζα που σήμερα τους λείπει. Να ενισχύσουν την παραγωγικότητά τους, να παράγουν με χαμηλότερο κόστος, να επενδύσουν στην καινοτομία, να αναπτύξουν την εξωστρέφειά τους. Σε αυτή την προσπάθεια, θα πρέπει να αξιοποιηθούν αποτελεσματικά τα κονδύλια του Ταμείου Ανάκαμψης. Να αξιοποιηθούν με συνεκτικό σχέδιο και όχι αποσπασματικά. Να αξιοποιηθούν αποτελεσματικά και όχι με τους ρυθμούς που μας έχει συνηθίσει μέχρι τώρα το δημόσιο.

Θα πρέπει επίσης να επιταχυνθούν και να ολοκληρωθούν οι απαραίτητες μεταρρυθμίσεις  στη δημόσια διοίκηση, στη δικαιοσύνη, στην υγεία και στην παιδεία, στην κοινωνική πολιτική, στη λειτουργία του ανταγωνισμού στις αγορές. Χωρίς καθυστερήσεις και πισωγυρίσματα. Θα πρέπει, τέλος, να επιδιώξουμε τη δημοσιονομική προσαρμογή, δίνοντας έμφαση στην εκλογίκευση των δαπανών και στη διεύρυνση της φορολογικής βάσης. Και όχι στην υπερφορολόγηση και στη μείωση των δημοσίων επενδύσεων, όπως έγινε στο παρελθόν, με ολέθριες συνέπειες για την ανάπτυξη της οικονομίας.

Έχουμε μπροστά μας, για άλλη μια φορά, μια δύσκολη μάχη. Αλλά πιστεύω ότι η Ελλάδα μπορεί να τα καταφέρει. Οι ελληνικές επιχειρήσεις μπορούν να τα καταφέρουν. Εμείς, τα Επιμελητήρια όλης της χώρας, θα συνεχίσουμε να είμαστε εδώ. Να παρακολουθούμε την κατάσταση και να καταγράφουμε τα προβλήματα. Να παίρνουμε δυνατά και ξεκάθαρα θέση, σε ό,τι αφορά την επιχειρηματικότητα».